Ιστορία του Β' Παγκοσμίου πολέμου
TBMs και SB2Cs του αεροπλανοφόρου USS Essex βομβαρδίζουν το Hakodate της Ιαπωνίας [πηγή:http://www.archives.gov/research/ww2/photos]

Το ημερολογιο του πολεμου

Σεπ 1939
1939194019411942194319441945
ΔΤΤΠΠΣΚ
28293031123
45678910
11121314151617
18192021222324
2526272829301
2345678

Τελευταια Αρθρογραφια

Ο ΧΑΡΤΗΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ο Χάρτης του Πολέμου

Εισοδος Μελων

Εγγραφή

Η Ελλάδα κατά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο

Greece During World War II

Γερμανοί αλεξιπτωτιστές προσγειώνονται σε χωράφια της Κρήτης

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκίνησε για την Ελλάδα την 28η Οκτωβρίου 1940 μετά την άρνηση στα αιτήματα των Ιταλών από τον Ιωάννη Μεταξά και την Ιταλική εισβολή από την Αλβανία. Αν και αρχικά οι Ιταλικές δυνάμεις κατάφεραν να προχωρήσουν στο ελληνικό έδαφος, η εισβολή διακόπηκε από την αποφασιστική άμυνα των ελληνικών δυνάμεων στις μάχες κυρίως στη γραμμή Ελαίας - Καλαμά και στα βουνά της Πίνδου. Η απροθυμία της Βουλγαρίας να επιτεθεί στην Ελλάδα - αντίθετα με ότι ήλπιζαν οι Ιταλοί - επέτρεψε στην ελληνική Ανώτατη Διοίκηση να μεταφέρει στα δυτικά το μεγαλύτερο μέρος των μηχανοκίνητων μονάδων που προορίζονται για την φρουρά της Μακεδονίας και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ελληνική αντεπίθεση, που ξεκίνησε στις 14 Νοεμβρίου του 1940. Ελληνικές δυνάμεις διέσχισαν τα σύνορα προς την Αλβανία και κατέλαβαν τη μία πόλη μετά την άλλη, έχοντας να αντιμετωπίσουν ένα βαρύ χειμώνα, ανεπαρκή εφοδιασμό και την ιταλική υπεροχή στον αέρα. Μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου, οι ελληνικές δυνάμεις είχαν καταλάβει το ένα τέταρτο της Αλβανίας, αλλά η επίθεση σταμάτησε πριν τον τελικό στόχο της, το λιμάνι του Vlorë. Η κατάσταση αυτή υποχρέωσε τη Γερμανία να προχωρήσει στη διάσωση του συμμάχου του Άξονα, της Ιταλίας. Σε μια ύστατη προσπάθεια να αποκατασταθεί το κύρος των Ιταλών πριν τη παρέμβαση των Γερμανών, μια ιταλική αντεπίθεση ξεκίνησε στις 9 Μαρτίου 1941 κάτω από την προσωπική επίβλεψη του Μουσολίνι. Παρά τους μαζικούς βομβαρδισμούς από το πυροβολικό και της συγκέντρωση πολλών στρατιωτικών τμημάτων σε στενό μέτωπο, η αντεπίθεση απέτυχε και ματαιώθηκε μετά από σχεδόν δύο εβδομάδες

Η πολυαναμενόμενη γερμανική επίθεση ξεκίνησε στις 6 Απριλίου 1941, εναντίον της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας ταυτόχρονα. Η αρχική επίθεση έγινε εναντίον των ελληνικών θέσεων της Γραμμής Μεταξά (19 φρούρια στην Ανατολική Μακεδονία και 2 ακόμα στην Δυτική Θράκη). Ξεκίνησε από το βουλγαρικό έδαφος και υποστηρίχθηκε από πυροβολικό και βομβαρδιστικά αεροσκάφη. Η αντίσταση των οχυρών ήταν θαρραλέα και αποφασιστική, αλλά αποδείχθηκε μάταια. Η ραγδαία κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας επέτρεψε τη 2η τεθωρακισμένη Μεραρχία να παρακάμψει τις άμυνες και να καταλάβει το ζωτικής σημασίας λιμάνι της Θεσσαλονίκης και τελικά τη πόλη στις 9 Απριλίου. Ως αποτέλεσμα, οι ελληνικές δυνάμεις των οχυρών αποκόπηκαν και τους δόθηκε η εντολή να παραδοθούν από την Ελληνική Ανώτατη Διοίκηση. Η παράδοση ολοκληρώθηκε την επόμενη μέρα 10 Απριλίου, την ίδια ημέρα που οι γερμανικές δυνάμεις διέσχισαν τα σύνορα της Ελλάδας με τη Γιουγκοσλαβία, κοντά στην Φλώρινα στη Δυτική Μακεδονία και αφού πρώτα συνέτριψαν την αντίσταση στο νότιο τμήμα της Γιουγκοσλαβίας. Οι Γερμανοί διέσπασαν τις αμυντικές θέσεις στην περιοχή Κλειδίου στις 11 και 12 Απριλίου και προχώρησαν προς τα νότια και νοτιοδυτικά

Καθώς οι Γερμανοί καταδίωξαν τους Βρετανούς νότια, οι γερμανικές δυνάμεις νοτιοδυτικά απείλησαν το πίσω μέρος του μεγαλύτερου μέρους του ελληνικού στρατού, το οποίο αντιμετώπιζε τους Ιταλούς στο Μέτωπο της Αλβανίας. Ο ελληνικός στρατός άρχισε να υποχωρεί καθυστερημένα προς τα νότια. Η Γερμανική επέλαση προς την Καστοριά στις 15 Απριλίου ωστόσο έκανε την κατάσταση κρίσιμη, απειλώντας να διαχωρίσει τις ελληνικές δυνάμεις που υποχωρούσαν. Οι στρατηγοί στο μέτωπο άρχισαν την αναζήτηση δυνατοτήτων για συνθηκολόγηση στους Γερμανούς, παρά την επιμονή της Ανώτατης Διοίκησης σχετικά με τη συνέχιση του αγώνα για να καλυφθεί η βρετανική υποχώρηση

Έτσι αρκετοί στρατηγοί υπό την ηγεσία του Γεωργίου Τσολάκογλου στασίασαν στις 20 Απριλίου, και λαμβάνοντας υπόψη τη κατάσταση, υπέγραψαν πρωτόκολλο παράδοσης κοντά στο Μέτσοβο την ίδια ημέρα. Ακολούθησε μια δεύτερη παράδοση στα Ιωάννινα την επόμενη μέρα (με την παρουσία ιταλικής αντιπροσωπείας αυτή τη φορά) και η τελική στη Θεσσαλονίκη μεταξύ των τριών πλευρών στις 23 Απριλίου. Την ίδια ημέρα στην Αθήνα, ο στρατηγός Αλέξανδρος Παπάγος παραιτείται από Ανώτατος διοικητής ενώ ο βασιλιάς και η κυβέρνησή του διαφεύγουν στη Κρήτη. Σχεδόν ταυτόχρονα οι δυνάμεις της Κοινοπολιτείας έκαναν μια τελευταία μάταια πράξη αντίστασης στις Θερμοπύλες, πριν από την τελική υποχώρηση τους προς τα λιμάνια της Πελοποννήσου για την εκκένωση τους προς τη Κρήτη και την Αίγυπτο. Γερμανικά στρατεύματα κατέλαβαν τις γέφυρες στον ισθμό της Κορίνθου, εισήλθαν στην Αθήνα στις 27 Απριλίου και ολοκλήρωσαν την κατοχή της ηπειρωτικής χώρας και των περισσοτέρων νησιών μέχρι το τέλος του ίδιου μήνα

Το μοναδικό ελληνικό έδαφος που παρέμενε ελεύθερο μέχρι τον Μάιο του 1941 ήταν το μεγάλο και στρατηγικής σημασίας νησί της Κρήτης, το οποίο υποστηρίζονταν από ισχυρή συμμαχική φρουρά. Για να μπορέσει να το κατακτήσει και αυτό, η Γερμανική Ανώτατη Διοίκηση προετοίμασε την Επιχείρηση Mercury, την μεγαλύτερη εναέρια επίθεση του πολέμου μέχρι τότε. Η επίθεση ξεκίνησε στις 20 Μαΐου 1941. Οι Γερμανοί επιτέθηκαν στα τρία κύρια αεροδρόμια του νησιού, στις βόρειες πόλεις του Μάλεμε, Ρεθύμνου και Ηρακλείου με αλεξιπτωτιστές και ανεμοπλάνα. Συνάντησαν σθεναρή αντίσταση από τις δυνάμεις της Βρετανικής Κοινοπολιτείας και τα υπόλοιπα ελληνικά στρατεύματα, αλλά και από τους ντόπιους. Στο τέλος της πρώτης ημέρας, οι Γερμανοί δεν κατάφεραν να φτάσουν σε κανέναν από τους στόχους τους, ενώ υπέστησαν περίπου 4.000 θύματα. Την επόμενη μέρα όμως, μετά από κακή επικοινωνία και την αποτυχία των διοικητών των Συμμάχων να εκτιμήσουν σωστά την κατάσταση, το αεροδρόμιο του Μάλεμε στη δυτική Κρήτη έπεσε στα χέρια των Γερμανών. Με το αεροδρόμιο Μάλεμε εξασφαλισμένο, οι Γερμανοί μετέφεραν χιλιάδες ενισχύσεις για να καταλάβουν την δυτική πλευρά του νησιού. Ακολούθησαν σοβαρές βρετανικές ναυτικές απώλειες λόγω των συνεχόμενων γερμανικών αεροπορικών επιθέσεων γύρω από το νησί. Μετά από επτά ημέρες μάχης, οι διοικητές των Συμμάχων συνειδητοποίησαν ότι είχαν φτάσει τόσο πολλοί Γερμανοί στο νησί, που η ελπίδα της νίκης είχε χαθεί. Μέχρι την 1η Ιουνίου, η εκκένωση της Κρήτης από τους Συμμάχους ήταν πλήρης και το νησί ήταν πλέον υπό γερμανική κατοχή. Υπό το πρίσμα των βαρύτατων απωλειών που υπέστη η γερμανική ελίτ 7η Μεραρχία Αλεξιπτωτιστών, ο Αδόλφος Χίτλερ απαγόρευσε περαιτέρω μεγάλες επιχειρήσεις μέσω αέρα μέχρι το τέλος του πολέμου. Ο Γερμανός στρατηγός Kurt Student χαρακτήρισε τη Κρήτη ως "το νεκροταφείο των Γερμανών αλεξιπτωτιστών" και μια "καταστροφική νίκη"

Η κατεχόμενη Ελλάδα χωρίστηκε σε τρεις ζώνες ελέγχου από τις κατοχικές δυνάμεις, τη Γερμανία, την Ιταλία και τη Βουλγαρία. Οι Γερμανοί έλεγχαν Αθήνα, Κεντρική Μακεδονία, Δυτική Κρήτη, τη Μήλο, την Αμοργό και τα νησιά του Βορείου Αιγαίου. Στη Βουλγαρία προσαρτήθηκαν η Θράκη και η ανατολική Μακεδονία, ενώ η Ιταλία κατέλαβε την υπόλοιπη χώρα. Οι Ιταλοί ήταν έτσι υπεύθυνοι για το μεγαλύτερο μέρος της χώρας, ιδιαίτερα της ηπειρωτικής, όπου κάθε ένοπλη αντίσταση μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Οι Ιταλικές δυνάμεις στην Ελλάδα αποτελούνταν από 11 μεραρχίες πεζικού, συγκεντρωμένος στην 11η Στρατιά υπό τον στρατηγό Carlo Geloso, με μια επιπλέον μονάδα στα κατεχόμενα Δωδεκάνησα. Μέχρι το καλοκαίρι του 1942, καθώς το κίνημα αντίστασης ήταν στο ξεκίνημά του, οι Ιταλοί αντιμετώπισαν ελάχιστη πραγματική αντίσταση
Οι Γερμανοί περιορίστηκαν κατά την πρώτη περίοδο της κατοχής στις στρατηγικής σημασίας περιοχές και οι δυνάμεις τους ήταν περιορισμένες. Στην Ελλάδα, δύο ξεχωριστές διοικήσεις δημιουργήθηκαν, της Θεσσαλονίκης-Αιγαίου με έδρα τη Θεσσαλονίκη και της Νότιας Ελλάδας με έδρα την Αθήνα, για όλη τη διάρκεια του πολέμου υπό διοίκηση του στρατηγού της Luftwaffe Helmuth Felmy. Οι Βούλγαροι κατέλαβαν τη δική τους ζώνη με ένα Σώμα Στρατού και αντιμέτωποι με την ενεργό αντίσταση από τον τοπικό πληθυσμό ξεκίνησαν από την αρχή της κατοχής μια πολιτική "βουλγαροποίησης" της περιοχής

Μετά τα μέσα του 1942 με την ανάπτυξη της ένοπλης ελληνικής αντίστασης και τη θεαματική καταστροφή της Γέφυρας του Γοργοποτάμου (Επιχείρηση Harling) από μια δύναμη Ελλήνων ανταρτών και Βρετανούς σαμποτέρ στις 25 Νοεμβρίου, οι ιταλικές αρχές προσπάθησαν μάταια να περιορίσουν τις επιθέσεις της αντίστασης κατά των δυνάμεων τους. Οι αντάρτες ήταν ιδιαίτερα επιτυχείς εναντίον των Ιταλών, κάτι που επέτρεψε τη δημιουργία απελευθερωμένων περιοχών στην ορεινή ενδοχώρα, συμπεριλαμβανομένων μεγάλων πόλεων, μέχρι τα μέσα του 1943. Εκείνη την εποχή ωστόσο, άλλα γερμανικά στρατεύματα άρχισαν να μετακινούνται προς την Ελλάδα. Επίλεκτοι σχηματισμοί, όπως το 1η Μεραρχία Panzer και η 1η Ορεινή Μεραρχία είχαν δημιουργηθεί στη χώρα, τόσο σε αναμονή ενδεχόμενης συμμαχικής απόβασης στην Ελλάδα, όσο και ως εγγύηση έναντι μιας πιθανής ιταλική συνθηκολόγησης

Αυτές οι δυνάμεις, κυρίως τα έμπειρα στρατεύματα ορεινής μάχης, ασχολούνταν με μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις εναντίον των ανταρτών στην περιοχή της Ηπείρου. Οι ενέργειές τους ήταν επιτυχείς με την έννοια ότι μείωσαν την απειλή των ανταρτών εναντίον των κατοχικών δυνάμεων, αλλά συχνά η βίαιη συμπεριφορά τους και η πολιτική μαζικών αντιποίνων οδήγησε σε σφαγές αμάχων, όπως τη Σφαγή του Κομμένου στις 16 Αυγούστου, τη Σφαγή του Δίστομου, ή τη Σφαγή των Καλαβρύτων τον Δεκέμβριο. Εν αναμονή της ιταλικής κατάρρευσης, η γερμανική δομή διοίκησης σε όλα τα Βαλκάνια αναδιοργανώθηκε: ο Alexander Löhr ανέλαβε στην Ελλάδα την εποπτεία όλων των γερμανικών δυνάμεων αλλά και της 11ης Στρατιάς των Ιταλών

Η συνθηκολόγηση των Ιταλών και η παράδοσή τους στους Συμμάχους το Σεπτέμβριο του 1943 προκάλεσε τη παράδοση των περισσοτέρων Ιταλικών μονάδων στους Γερμανούς. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα σύντομες αλλά βίαιες συγκρούσεις μεταξύ Γερμανών και Ιταλών, που συνοδευόταν από αγριότητες εις βάρος των Ιταλών αιχμαλώτων πολέμου, όπως η Σφαγή της Μεραρχίας Acqui στην Κεφαλονιά, δραματοποιημένη από την ταινία "Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι". Επιπλέον, οι βρετανικές και ελληνικές δυνάμεις προσπάθησαν να καταλάβουν τα ιταλικά κατεχόμενα Δωδεκάνησα, αλλά αυτοί και οι Ιταλοί σύμμαχοί τους νικήθηκαν σε μια σύντομη επιχείρηση των Γερμανών

Κατά τα τέλη του 1943 και το πρώτο εξάμηνο του 1944 οι Γερμανοί, σε συνεργασία με τους Βουλγάρους και με τη βοήθεια Ελλήνων συνεργατών ξεκίνησαν τις επιχειρήσεις εκκαθάρισης της ελληνικής αντίστασης, κυρίως εναντίον του κομμουνιστικά ελεγχόμενου ΕΛΑΣ, ενώ κατέληξαν σε μια ανεπίσημη εκεχειρία με το δεξιό ΕΔΕΣ. Την ίδια στιγμή, οι επιδρομές των βρετανικών και ελληνικών ειδικών δυνάμεων αυξάνονταν σε συχνότητα στα νησιά του Αιγαίου. Τέλος, με τη προέλαση του Κόκκινου Στρατού στο Ανατολικό Μέτωπο και την εγκατάλειψη της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας, οι Γερμανοί αναγκάστηκαν να εκκενώσουν την ηπειρωτική Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1944, αν και απομονωμένες φρουρές παρέμειναν στην Κρήτη, τα Δωδεκάνησα και διάφορα άλλα νησιά του Αιγαίου μέχρι το τέλος του πολέμου, τον Μάιο του 1945. Η χώρα μετά τον πόλεμο ήταν κατεστραμμένη από την γερμανική κατοχή, το ίδιο και η οικονομία και οι υποδομές της. Υπήρξαν περισσότερα από 400.000 θύματα κατά τη διάρκεια της κατοχής και οι εβραϊκές κοινότητες της χώρας σχεδόν εξοντώθηκαν κατά το Ολοκαύτωμα. Από το 1946 ωστόσο, ένας άγριος εμφύλιος πόλεμος ξέσπασε μεταξύ της βρετανικο-αμερικανικής συντηρητικής κυβέρνησης που διοικούσε την Ελλάδα και αριστερών ανταρτών, η οποία διήρκεσε μέχρι το 1949

Όπως και σε άλλες κατεχόμενες ευρωπαϊκές χώρες, μια ελληνική ψευδο-κυβέρνηση δημιουργήθηκε από τις αρχές κατοχής, αρχικά υπό τον στρατηγό Γεώργιο Τσολάκογλου και αργότερα από τον Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο. Οι δυνάμεις που αυτή η κυβέρνηση είχε στη διάθεσή της ήταν κυρίως αυτές της αστυνομίας πόλης και της χωροφυλακής υπαίθρου, στις οποίες στηρίχθηκε η διατήρηση και η επιβολή της τάξης. Ωστόσο, η κυβέρνηση δεν ήταν ποτέ σε θέση να επεκτείνει την εξουσία της σε όλη τη χώρα, καθώς από τη μια πλευρά ποτέ δεν της δόθηκε απόλυτη ελευθερία από τους επόπτες του Άξονα, αλλά ούτε ήταν δημοφιλής ως κυβέρνηση στον λαό. Καθώς το αντι-γερμανικό συναίσθημα μεγάλωνε το 1942, τα όργανά της κυβέρνησης αυτής δέχονταν επίθεση από αντάρτες. Μόνο το 1943, με το διορισμό του έμπειρου πολιτικού Ιωάννη Ράλλη ως πρωθυπουργού, οι Γερμανοί επέτρεψαν τη δημιουργία οποιασδήποτε ουσιαστικής ελληνικής στρατιωτικής δύναμης από την κυβέρνηση της Αθήνας. Αυτά ήταν τα περίφημα Τάγματα Ασφαλείας των οποίων τα κίνητρα, όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις στην κατεχόμενη Ευρώπη, ήταν κυρίως πολιτικά: πολέμησαν αποκλειστικά ενάντια στο κομμουνιστικό κίνημα αντίστασης των ΕΑΜ και ΕΛΑΣ, τα οποία έλεγχαν το μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Η σκληρή και αδιάκριτη κατασταλτική δράση τους έναντι του πληθυσμού και η ένωσή τους με τους Γερμανούς, οδήγησε στην απέχθειά τους από τον λαό και στην καθομιλουμένη ήταν γνωστοί υποτιμητικά ως Γερμανοτσολιάδες

Εν όψει της συντριπτικής γερμανικής επέλασης, αρκετές χιλιάδες Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες είτε εκκενώθηκαν, μαζί με την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στην Κρήτη και στη συνέχεια την Αίγυπτο, ή κατόρθωσαν να διαφύγουν, κυρίως μέσω της ουδέτερης Τουρκίας, προς την ελεγχόμενη από τους Βρετανούς Μέση Ανατολή. Ήδη στις 23 Ιουνίου 1941, η 1η Ελληνική Ταξιαρχία άρχισε να διαμορφώνεται στην Παλαιστίνη. Περιλάμβανε περίπου 5.000 άνδρες σε τρία τάγματα πεζικού, ένα σύνταγμα πυροβολικού και μονάδες υποστήριξης. Ένα ανεξάρτητο σύνταγμα μηχανοκίνητων δημιουργήθηκε επίσης, αλλά αργότερα ενσωματώθηκε στο σύνταγμα πυροβολικού της Ταξιαρχίας. Η Ταξιαρχία παρέμεινε σε στρατόπεδα εκπαίδευσης στην Παλαιστίνη μέχρι το Μάιο του 1942. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στη Συρία, προτού αναπτυχθεί στην Αίγυπτο τον Αύγουστο. Εκεί προσαρτήθηκε σε μια βρετανική μεραρχία και συμμετείχε στη δεύτερη Μάχη του Ελ Αλαμέιν, όπου και είχε απώλειες 89 νεκρούς και 228 τραυματίες
Και οι δύο Ταξιαρχίες παρέμειναν σε υπηρεσία φρουράς στην Αίγυπτο και τη Λιβύη μέχρι τον Απρίλιο του 1944. Στη συνέχεια, οι δύο μονάδες διαλύθηκαν από τους Βρετανούς και το προσωπικό τους μεταφέρθηκε σε καταυλισμούς ή χρησιμοποιήθηκε σε μη πολεμικά καθήκοντα. 3.500 αξιωματικοί και άνδρες σχημάτισαν τη 2η Ορεινή Ταξιαρχία με διοικητή τον συνταγματάρχη Θρασύβουλο Τσακαλώτο, στις 4 Ιουνίου 1944. Η μονάδα αυτή ξεκίνησε για την Ιταλία τον Αύγουστο και πολέμησε με διάκριση, ιδιαίτερα στη Μάχη του Ρίμινι. Αυτή η μονάδα αργότερα συνέβαλε και στον αγώνα μεταξύ των δυνάμεων της υποστηριζόμενης από τους Βρετανούς ελληνικής κυβέρνησης και τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ

Τον Σεπτέμβριο του 1942, δημιουργήθηκε μια επίλεκτη μονάδα ειδικών δυνάμεων, ο Ιερός Λόχος, που αποτελούνταν αποκλειστικά από αξιωματικούς και εθελοντές. Έχοντας έναν χαρισματικό ηγέτη, τον συνταγματάρχη Χριστόδουλο Τσιγάντες, συμμετείχε σε επιδρομές των Συμμάχων στη Λιβύη. Τον Φεβρουάριο του 1943, η μονάδα τέθηκε υπό τις διαταγές του στρατηγού Philippe Leclerc, και συμμετείχε στην εκστρατεία της Τυνησίας. Από το Μάιο έως τον Οκτώβριο του 1943, ο Ιερός Λόχος εκπαιδεύτηκε σε αερομεταφερόμενες και αμφίβιες επιχειρήσεις και για το υπόλοιπο του πολέμου έλαβε μέρος σε επιχειρήσεις εναντίον των γερμανικών δυνάμεων στα νησιά του Αιγαίου. Η μονάδα διαλύθηκε στην Αθήνα στις 7 Αυγούστου 1945

Το Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό υπέστη τεράστιες απώλειες κατά τη διάρκεια της γερμανικής εισβολής, χάνοντας πάνω από 20 πλοία, κυρίως από αεροπορικές επιθέσεις μέσα σε λίγες ημέρες, τον Απρίλιο του 1941. Ο διοικητής του, αντιναύαρχος Αλέξανδρος Σακελλαρίου, κατάφερε να σώσει κάποια από τα πλοία, το θωρηκτό Αβέρωφ, μαζί με έξι αντιτορπιλικά, πέντε υποβρύχια και διάφορα άλλα πλοία υποστήριξης, μεταφέροντάς τα στην Αλεξάνδρεια. Ο στόλος στη συνέχεια επεκτάθηκε από διάφορα αντιτορπιλικά, υποβρύχια, ναρκαλιευτικά και άλλα σκάφη που παραχωρήθηκαν από το Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό, μέχρι που έγινε με 44 πλοία και πάνω από 8.500 άνδρες η δεύτερη μεγαλύτερη συμμαχική ναυτική δύναμη της Μεσογείου, μετά τη Βρετανία. Ελληνικά πλοία συνόδευαν κομβόι στον Ινδικό Ωκεανό, τη Μεσόγειο, τον Ατλαντικό και τον Αρκτικό Ωκεανό. Πλοία συμμετείχαν επίσης στις αποβάσεις στη Σικελία, στο Anzio και τη Νορμανδία, καθώς και στην εκστρατεία στα Δωδεκάνησα. Μια σημαντική στιγμή στην ιστορία του Ελληνικού Ναυτικού, ήταν η αποδοχή της παράδοσης του ιταλικού στόλου το Σεπτέμβριο του 1943, μαζί με το Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό. Δύο από τα πιο αξιόλογα ελληνικά πολεμικά πλοία του πολέμου ήταν τα αντιτορπιλικά Αδριάς και Βασίλισσα Όλγα. Η μεγάλη ελληνική εμπορική ναυτιλία επίσης, συνείσφερε σημαντικά στην πολεμική προσπάθεια των Συμμάχων από την πρώτη ημέρα του πολέμου, χάνοντας πάνω από 2.500 άνδρες και το 60% των πλοίων της κατά τον πόλεμο. Το Πολεμικό Ναυτικό επέστρεψε στην απελευθερωμένη Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1944 κάτω από την κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου

Αρθρογραφία, Ελλάδα

Αξιολόγηση : 4.44/5
Αξιολογήστε αυτό το άρθρο
Το παραπάνω κείμενο είναι πρωτότυπο. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του σε οποιοδήποτε μέσο χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των συντακτών. Αν επιθυμείτε να το χρησιμοποιήσετε, παρακαλούμε ενημερώστε μας προηγουμένως
Θεωρείτε οτι το άρθρο αυτό είναι ελλειπές ή ανακριβές; Δημοσιεύσετε το δικό σας άρθρο ή συμπληρώστε το παραπάνω, πατώντας εδώ